Ενας μπαμπάς, ο Αχιλλέας, μας ανοίγει την καρδιά του γράφοντας, αυθόρμητα και πηγαία, για τη μέρα που ένιωσε τα πιο έντονα και αντιφατικά συναισθήματα: τη μεγαλύτερη χαρά, μιας και έβλεπε την οικογένειά του να μεγαλώνει με τον ερχομό στο σπίτι της νεογέννητης κορούλας του, και την πιο δυνατή θλίψη, με την ξαφνική απώλεια της αγαπημένης του μητέρας.
Ητανε 23 Δεκεμβρίου του 2003..
Από το πρωί έτρεχα στην Υγειονομική επιτοπή κάτω στην Αχαρνών για να φτιάξω τα χαρτιά της μητέρας μου, που ήταν απαραίτητα, για να συνεχίσει να παίρνει ένα αναπηρικό επίδομα από την πρόνια…
Με πολύ κόπο τελικά κατάφερα να πίσω τους υπαλλήλους να στείλουν στο σπίτι μας στον Βύρωνα έναν γιατρό – γιατί η μητέρα μου δεν μπορούσε να μετακινηθεί εύκολα – να την «δεί» και να εγκρίνει την συνέχιση του επιδόματος..
Κουρασμένος, αλλά όλο χαρά, επιστρέφω στο πατρικό μου και λέω «τα καθέκαστα» στην μάνα μου – η οποία όμως καταβεβλημένη όπως ήταν δεν καταλάβαινε τι της έλεγα και κάπου «στραβομουτσούνιασε» νομίζοντας οτι θα ταλαιπωρηθεί κι’άλλο…
Από την κούραση και την παρεξήγηση νευριάζω και γω και της αντιμιλάω…Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό…και καταλαβαίνοντας και οι δυο οτι από παρανόηση λογοφέραμε…αρχίζουμε και ζητάμε συγγνώμη ο ένας από τον άλλο…τόσες φορές που αναγκάστηκε να επέμβει ο πατέρας μου…που ήταν παρών στο γεγονός…ώστε να σταματήσουμε…
Το μεσημέρι…έρχομαι στα ευχάριστα τώρα…τρέχω με το αυτοκινητό μου στο «Μητέρα» για να παραλάβω την γυναίκα μου και την νεογέννητη κόρη μου την Ζωή – άλλη μία γυναίκα στην ζωή μου – να σφίζουν και οι δυό από υγεία και να μου χαμογελούν τόσο πλατιά λές και διαφημίζαν την οδοντόπαστα Colgate..
Εβρεχε ο Θεός με τον Θεό εκείνο το μεσημέρι..
Τις βάζω μέσα στο αμάξι λοιπόν και κατεβαίνοντας την Κηφισίας πρός Βύρωνα…λέω στην γυναίκα μου να πάμε πρώτα από το πατρικό μου – που ήταν δύο στενά από το σπίτι μου, για να δείξουμε την μικρή μας Ζωή στην μητέρα μου – που ως γνωστόν με το κινητικό της πρόβλημα – δεν είχε καταφέρει να πάει στο μαιευτήριο να δεί το νεογέννητο…
Αχ…αυτή η βροχή άρχισε να πέφτει δυνατότερα…και μας ανάγκασε να αναβάλουμε την επίσκεψη στο πατρικό μου…Δεν χάθηκε και ο κόσμος – είπαμε με την γυναίκα μου – την βλέπει και αύριο η μητέρα μου…την Ζωή…
Συγγνώμη παιδιά…θα σταματήσω για λίγο την περιγραφή…πρέπει να σκουπίσω ένα δάκρυ μου…
Πάμε πάλι…
«Πείνα και το μέγα έλεος»…στην μικρό δυαράκι που μέναμε…και καλά η Ζωή όλο και κάτι θα έβρισκε να φάει…εγώ και η Μαρία όμως; Επί 5 μέρες στο σπίτι έμενα μόνος…την Ευαγγελία…την άλλη κόρη που είχε και τ`όνομα της μάνας μου…την είχα παρκάρει στην αδερφή της γυναίκας μου και έτσι ήμουν ένα πραγματικό «μπακούρι»…και φυσικά δεν μαγείρευα…η μαμά να ήταν καλά…και όλο και κάτι θα έφτιαχνε στον γιόκα της..
Που είχαμε μείνει…ααα ναί…
Τρέχω λοιπόν στον «Σιώκο»…την πιό παλιά ταβέρνα του Βύρωνα…για να πάρω κανά κοψίδι και να γιορτάσουμε την πείνα μας στο σπίτι…
Με το που γυρίζω…ακούω την γυναίκα μου να μου λέει να τρέξω γρήγορα στο πατρικό μου…γιατί «κάτι» συνέβη στην μητέρα μου….
Τρέχοντας σχεδόν…φτάνω στην εξώπορτα…που ήταν ανοικτή…και με υποδέχεται η αδερφή μου έντρομη και κλαίγοντας και μου ανακοινώνει «τον θάνατο της μαμάς»…
Πιστέψτε με είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω από δω και πέρα…και ίσως να μην σας αφορά…αλλά τα δικά μου συναισθήματα θα τα περιγράψω…
Οσο μεγαλώνει κανείς, αρχίζει και σκέφτεται τον θάνατο, έτσι και γω έβαζα στο μυαλό μου και το «δούλευα» πως κάποια στιγμή θα χάσω τους δικούς μου ανθρώπους…είναι η φύση έλεγα…
Ημουν και είμαι πολύ ευαίσθητος και νόμιζα οτι αυτό δεν θα το άντεχα ποτέ…θα κατέρρεα αν μου συνέβαινε…
Ομως όχι…εκείνη τη στιγμή – ανέλπιστα – είχα πολύ κουράγιο…λες και κάποια αόρατη δύναμη με είχε οπλίσει να αντέξω…
Μπαίνω μέσα και πλησιάζω την μητέρα μου και ήρεμα την χαιδεύω και της λέω πως όχι…όχι…άνοιξε τα μάτια σου…
Δίπλα μου όλοι κλαίγαν και γω ήρεμος της έλεγα…ευχαριστώ…ευχαριστώ για όσα πέρασα μαζί σου…
Εγώ που νόμιζα οτι θα κατέρρεα…εκείνη τη στιγμή…ήμουν ήρεμος και δυνατός και έδινα κουράγιο στον πατέρα μου και την αδερφή μου…και την δύναμη αυτή – το πιστεύω αυτό που λέω – μου την είχε δώσει η μητέρα μου..
γράφτηκε μέσα σε εικοσι λεπτά…κι αυθόρμητα…
τα ορθογραφικά λάθη δεν τα διόρθωσα…
Ευχαριστώ πολύ τον μπαμπά Αχιλλέα για την εμπιστοσύνη του. Η μαρτυρία του αγγίζει βαθιά, όχι μόνο γιατί αντανακλά το αληθινό βίωμα ενός ανθρώπου, μέσα από τις αναπάντεχες συμπτώσεις που επιφυλάσσει καμιά φορά η μοίρα, αλλά γιατί θυμίζει σε όλους εμάς τους γονείς πόσο η στάση μας απέναντι στη ζωή είναι σημείο αναφοράς και πηγή έμπνευσης για τα ίδια μας τα παιδιά. Κι αυτή η συνειδητοποίηση μου δίνει τη δύναμη να γίνω μαχητική και γνήσια δυνατή, χωρίς ταυτόχρονα να φοβάμαι ή να ντρέπομαι να φανώ ευάλωτη, για να ανοίξω το δρόμο στις κόρες μου και να τις βοηθήσω να ζουν αληθινά, διεκδικώντας με το δικό τους αυθεντικό τρόπο «μια θέση στον ήλιο» της ζωής.



















