Αναμνήσεις ενός απλού στρατιώτη του 1940

Μια επίκαιρη, λόγω της εθνικής γιορτής, περυσινή και πολυαγαπημένη ανάρτηση, αφιερωμένη στους νέους φίλους του ιστολογίου που,  όπως κι εγώ,  αγαπούν  τις επετείους:

Στη ζωή μας  υπάρχουν άνθρωποι που μας σημαδεύουν. Για μένα ένας απ΄ αυτούς είναι ο παππούς μου ο Λάμπρος, που έφυγε απ΄ αυτή τη ζωή περήφανος, πλήρης ημερών και εμπειριών, την Πρωτοχρονιά του 2004. Από τον άνθρωπο αυτόν έμαθα (ελπίζω τόσο καλά ώστε να μου ’χει γίνει βίωμα ζωής) την αξία τού να μένεις αληθινά ζωντανός και δραστήριος, ανεξάρτητα από την ηλικία σου, μέσα από την καθημερινή  δραστηριότητα και τη συμμετοχή στα πράγματα. Αναγνώρισα τη σημασία τού να είσαι «παρών» στη ζωή, περιφρονώντας τα στερεότυπα του πολιτισμού μας, που καλλιεργούν τη  λανθασμένη αντίληψη ότι από τη μέση ηλικία και μετά οι άνθρωποι γίνονται σταδιακά ανήμποροι, ασθενείς και «απόντες» από την ίδια τους τη ζωή.

 Κάθε φορά που μιλούσε για τον Ελληνοαλβανικό πόλεμο τα μάτια του έλαμπαν. Ο χρόνος συνθηκολογούσε μαζί του και γύριζε πίσω, αφαιρώντας καμιά εξηνταριά χειμώνες από την κορμοστασιά του. Γινόταν και πάλι ο ευθυτενής τριαντάχρονος που η κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1940, βρήκε να κουβαλάει με το γάιδαρό του ένα φορτίο πατάτες και να το ανταλλάσσει με καλαμπόκι, κάπου κοντά στην Αγόριανη. Ηταν τέτοιο το κλίμα της εποχής, με τον κόσμο να περιμένει τον πόλεμο από ώρα σε ώρα να χτυπήσει την πόρτα του, που θυμόταν με λεπτομέρεια κάθε στιχομυθία, κάθε γκριμάτσα, κάθε εικόνα. «Καταλαβαίνω ότι εσύ θα πας στρατιώτης, εγώ όμως χρειάζομαι ακόμα ένα  τέτοιο φορτίο» του είπε η νοικοκυρά του σπιτιού που πήρε τις πατάτες. Όμως είχε ήδη κηρυχτεί επιστράτευση…

Με το γάιδαρο γύρισε στο χωριό του, το Αηδονοχώρι. Στην πλατεία, όπως κάθε φθινόπωρο «έβραζαν τα τσίπουρα». Καμιά εβδομηνταριά νέοι, ανάμεσά τους και ο ίδιος, είχαν επιστρατευθεί και έφευγαν για τα Γιάννενα, όπου χωρίστηκαν από τους επιτελείς ανάλογα με τις ανάγκες του στρατού.

Ο παππούς υπηρέτησε, μαζί με άλλους έντεκα Θεσσαλούς, στην τροφοδοσία. Μέχρι να εκπνεύσει ο  Νοέμβριος είχαν ήδη φτάσει στην πλημμυρισμένη από Ελληνες Κορυτσά, αναλαμβάνοντας τη λειτουργία του κεντρικού φούρνου της πόλης. Φούρνιζαν ψωμί σε 24ωρη βάση, χωρισμένοι σε δύο βάρδιες. Διέμεναν σε ένα κατάλυμα με έξι κρεβάτια, δίπλα στο φούρνο. Οι μισοί δούλευαν, οι άλλοι μισοί κοιμόντουσαν. Και στο χρόνο που μεσολαβούσε ανάμεσα στις φουρνιές έβγαζαν τα χιτώνια και τα έβαζαν μέσα στο φούρνο κι αυτά, για να εξολοθρεύσουν τις ψείρες που τους βασάνιζαν ασταμάτητα!

Αυτή την ειδική «περιποίηση», την πρόσφεραν και στους καταπονημένους φαντάρους της πρώτης γραμμής που έρχονταν για λίγες ώρες στην Κορυτσά για να μεταφέρουν κάποιο μήνυμα. Ξεψείριζαν με τη βοήθεια της θερμότητας από το φούρνο τα ρούχα τους, τους πρόσφεραν ένα από τα έξι κρεβάτια για λίγες ώρες ξεκούρασης και τους έδιναν να φάνε μακαρόνια, το μόνο φαγητό που υπήρχε σε αφθονία χάρη στις γεμάτες ζυμαρικά αποθήκες την ηττημένων Ιταλών! Βρασμένα σκέτα μακαρόνια ήταν το καθημερινό φαγητό των φαντάρων στην Κορυτσά, μεσημέρι – βράδυ. Γι΄ αυτό κι ο παππούς , από τότε δεν ξανάφαγε μακαρόνια στη ζωή του, όσο νόστιμα κι αν ήταν μεγειρεμένα.

Φωτογραφία της Ελενας Λαγαρία, flickr

Παρά την προσπάθεια του σώματος τροφοδοσίας, οι φαντάροι της πρώτης γραμμής πεινούσαν. Σ΄ αυτούς δεν έφταναν πάντα οι κουραμάνες και τα μακαρόνια και γι΄ αυτό συχνά αναζητούσαν οι ίδιοι με κάθε μέσο τροφή. Ενας φίλος του παππού, τσομπάνης στο χωριό όπως και οι περισσότεροι νέοι, έκλεψε ένα κατσίκι από ένα κοπάδι Αλβανών. Επιστρέφοντας στη  μονάδα του συνάντησε έναν άλλο πεινασμένο φαντάρο από άλλη μονάδα που επίσης αναζητούσε κάτι να φάει. Εκοψε επί τόπου το κεφάλι του ζώου και του το ΄δωσε για να το κάνει βραστό  στην καραβάνα. Για να τον ευχαριστήσει ο άλλος του χάρισε μια ξυριστική μηχανή της εποχής, την οποία φύλαξε για ενθύμιο  όλη του τη ζωή!

Ετσι και ο παππούς είχε κρατήσει από την Αλβανία και χρησιμοποιούσε με θρησκευτική ευλάβεια ένα χιλιοχτυπημένο παγούρι μεταλλικό. Επειδή είχε χάσει το πώμα κάπου στην Κορυτσά, είχε φτιάξει ένα άλλο από καλαμπόκι και το είχε πάντα μαζί του στα χωράφια και τα μελίσσια. Σήμερα είναι οικογενειακό μας κειμήλιο.

Κάπου προς το τέλος Μαρτίου του 1941, έφτασε στην Κορυτσά ο επικεφαλής στρατηγός Τσολάκογλου και ο παππούς μαζί με κάποιο συγχωριανό τον πλησίασαν. «Τι θέλετε παιδιά;» τους ρώτησε. «Τίποτα δεν θέλουμε στρατηγέ, απλά να σε δούμε» του απάντησαν, κοιτώντας τον με θαυμασμό. «Μην με κοιτάτε έτσι, σε λίγο καιρό θα χτυπήσουν οι Γερμανοί και θα καταλάβετε πώς  πάνε τα «κόπια» μας χαμένα», τους απάντησε.

Πράγματι, σε λίγο καιρό ήλθε το γερμανικό χτύπημα από τα ελληνοσερβικά σύνορα και ο στρατηγός Τσολάκογλου υπέγραψε τη συνθηκολόγηση. Ολοι οι επιστρατευμένοι του χωριού, ακόμα και αυτοί που πολέμησαν στο θρυλικό ύψωμα 731, γύρισαν πίσω ζωντανοί, περπατώντας για εβδομάδες χωρίς να τους πειράξει ο γερμανικός στρατός.

Δεν ξέρω αν «πήγαν τα κόπια τους χαμένα». Αυτό που ξέρω είναι πως ο παππούς μου ο Λάμπρος ήταν γεμάτος περηφάνεια που άγγιξε από κοντά την αληθινή ιστορία σ΄ αυτή της τη φάση. Αν και ήταν ένας από τους χιλιάδες ανώνυμους στρατευμένους της εποχής, το ότι υπηρέτησε στον πόλεμο του 1940 τον έκανε να νιώθει ότι συμμετείχε σε κάτι συλλογικό και μεγαλειώδες που ξεπερνούσε τον ίδιο και αυτό σημάδεψε τη ζωή του. Στις διηγήσεις του δεν υπήρχε το πνεύμα του ηρωϊσμού που διακατέχει τα δημοσιεύματα των εφημερίδων της εποχής, αλλά η ανθρώπινη ματιά του απλού στρατιώτη που ακολουθεί με εμπιστοσύνη τις εντολές, αγωνίζεται να βοηθήσει τον διπλανό του, πιστεύει στον κοινό αγώνα και στη βοήθεια της Αγίας Παρασκευής για να γυρίσει καλά στην οικογένειά του.

 Γι ΄  αυτό κι όλα τα εγγόνια του τού τηλεφωνούσαμε κάθε 28η Οκτωβρίου  σαν να ήταν η ονομαστική του γιορτή. Και ακόμα και τώρα, έξι  χρόνια από το θάνατό του, κάθε επέτειο του «Όχι» τον θυμόμαστε με αγάπη.

Advertisements

About Νewagemama

Full spectrum mother and blogger - Newagemama.com
This entry was posted in Της καρδιάς and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

7 Responses to Αναμνήσεις ενός απλού στρατιώτη του 1940

  1. Ο/Η sstamoul Στέλλα λέει:

    Είστε τυχεροί που έχετε τόσα να θυμάστε, ο παππούς σου δείχνει πως ήταν πραγματικά αξιαγάπητος! Και του χρόνου…

  2. Ο/Η Liakada λέει:

    Να είσαστε καλα και να τον θυμόσαστε πάντα με αγάπη Μάμα μο, και να τον τιμάτε που πολέμησε για την πατρίδα μας. Ευτυχώς υπάρχουν και τωρα τέτοιοάνθρωποι .. δυστυχώς όμως υπάρχουν και σύγχρονοι Τσολάκογλου..
    Ας σηκώσουμε όλοι λοιπόν το δάχτυλο να τους δείξουμε ποιοι είναι και να κάνουμε ο καθένας μας ότι μπορεί για να δικαιωθούν οι ψυχες των παπουδων που έζησαν τίμια σαν τον δικό σου, σαν το δικο μου και πολλους άλλους! Αυτο θα είναι το δικο μας οχι!
    Φιλιά λοιπόν και καλο ΟΧΙ!

    • Ο/Η SWEET NOVEMBER λέει:

      αχ βαχ…ευτυχως ο δικος μου παππουλης πληρης ημερων εφυγε το καλοκαιρι
      και δεν προλαβε να απογοητευτει πολύ απο τα χαλια μας.Να δει για ποια πατριδα πολεμησε και τι κανανε την δημοκρατια που πιστεψε….για να μην πω για τα οικονομικα
      μας και την εθνικη περηφανεια μας….μαζι πανε αυτα..ευτυχως δεν προλαβε να δει παρα
      μονο την δευτερη δυσεγγονη του.Γεια σου παππουλη,θα σε θυμομαστε,που και που……………………………………………………………………………………………….

  3. Ο/Η Θωμάς λέει:

    Τι ωραία ιστορία! Κάθε φορά που τη διαβάζω δεν μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Και βέβαια είναι και μια ιστορική μαρτυρία για την προσωπικότητα του αμφιλεγόμενου στρατηγού Τσολάκογλου που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση.
    Ε, λοιπόν, παππού Λάμπρο, τα κόπια σας δεν πήγαν χαμένα! Αλίμονό μας αν αφήσουμε ποτέ να πάνε χαμένοι τόσοι νεκροί και τόσες θυσίες. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που σας θυμούνται καμία θυσία δεν πρόκειται να πάει χαμένη.

  4. Ο/Η silia λέει:

    Να τον θυμάστε πάντα με αγάπη …
    Όπως κι εγώ , θυμάμαι αυτόν :
    http://silia.wordpress.com/2009/10/27

  5. Ο/Η Νewagemama λέει:

    Σας ευχαριστώ όλους για τα συγκινητικά σας σχόλια. Οπως και πέρυσι, έτσι και φέτος εντυπωσιάστηκα από το πόσο μας αγγίζει όλους αυτή η περήφανη σελίδα της ελληνικής ιστορίας, καθώς και οι εξιστορήσεις των αναμνήσεων γύρω απ΄ αυτήν…
    Δεν έχω διαβάσει αρκετά την ιστορία της εποχής για να γνωρίζω αρκετά για τον στρατηγό Τσολάκογλου. Εχω αντιληφθεί ότι εκ των υστέρων είναι εύκολοι οι χαρακτηρισμοί. Ξέρω όμως πως ο παππούς τον εκτιμούσε και τον σεβόταν και σε καμιά περίπτωση δεν τον θεωρούσε προδότη. Πίστευε δε πως συμφώνησε τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς για να γλιτώσει τον απλό φαντάρο από το θάνατο και την ατίμωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (αν ζούσε για να φτάσει μέχρι εκεί). Αποκαλούσε δε «τραχανολόγους» τους πολιτικούς που εκ του μακρόθεν παρακολουθούσαν τα γεγονότα, έχοντας ταυτόχρονα γνώμη για όλα.

  6. Ο/Η Νίκος λέει:

    Μπράβο Φίλε μου!Εύγε!
    Και εγώ τον παππού μου τον Μανώλη τον αγαπώ πολυ και ήταν κι αυτός στον ελληνοαλβανικο πόλεμο στον οποιο τιμήθηκε με παράσημο ανδρείας :).Επιβάλλεται λοιπόν να είμαστε υπερήφανοι για όλους εκείνους που πολέμησαν τότε για να ζούμε εμείς ελεύθεροι και να βαδίζουμε πάνω στον τόσο βαθιά χαραγμένο δρόμο ιδανικών τον οποιο χάραξαν και μας άφησαν κληρονομιά και απο τον οποιο τεινουμε να παραστρατησουμε εντελώς.Πάλι εύγε και σε ευχαριστω πολυ για την τόσο ωραία ιστορία που μοιραστηκες μαζι μας. 🙂

Θέλεις να σχολιάσεις;

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s